
«Ἡγούμεθα γὰρ τό τε θεῖον δόξῃ τὸ ἀνθρώπειόν τε σαφῶς διὰ παντὸς ὑπὸ φύσεως ἀναγκαίας, οὗ ἂν κρατῇ, ἄρχειν·»
«Ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων τὸ ἐπιχείρημα τοῦ δικαίου ἀξίαν ἔχει, ὅπου ἴση ὑπάρχει δύναμις πρὸς ἐπιβολὴν αὐτοῦ, ὅτι ὅμως ὁ ἰσχυρὸς ἐπιβάλλει ὅ,τι τοῦ ἐπιτρέπει ἡ δύναμίς του καὶ ὁ ἀσθενὴς παραχωρεῖ ὅ,τι τοῦ ἐπιβάλλει ἡ ἀδυναμία του».
«Καθ΄ ὅσον ὡς πρὸς μὲν τοὺς θεοὺς πιστεύομεν, ὡς πρὸς δὲ τοὺς ἀνθρώπους καλῶς γνωρίζομεν ὅτι ὠθούμενοι ἀνέκαθεν ὑπὸ ἀκαθέκτου φυσικῆς ὁρμῆς, ἄρχουν παντοῦ, ὅπου ἡ δύναμις των εἶναι ἐπικρατεστέρα».
Μετάφραση: Ἐλευθερίου Βενιζέλου
5 σχόλια:
Αναφέρομαι, στο δίκαιο του ισχυροτέρου, όπως θίγεται απ'
τον Θουκυδίδη, στα δύο χαρακτηριστικά αποσπάσματά του.
Η αντίληψη αυτή διαμορφώθηκε ως χαρακτηριστικό ιδεολογικό
πρόταγμα της Σοφιστικής κατά τον 5ο αιώνα π.χ στην Αθήνα.
Ο Θουκυδίδης αποδέχεται την άποψη των Σοφιστών;
Δεν θεωρώ ότι ο Θουκ. εντάσσεται σε κάποια σχολή σκέψης, αν αυτό υπονοείς.
Ο Θ. θεμελιώνει επαγωγικά τα συμπεράσματά του δίχως βέβαια να ενδιαφέρεται αν εμείς θα τον εντάξουμε στους ρεαλιστές ή του ουτοπιστές της θεωρίας των διεθνών σχέσεων.
Δηλαδή το γεγονός ότι ο Θ. αναγνωρίζεται ως ο πατέρας της ρεάλιστικής σχολής των διεθνών σχέσεων συμβαίνει ερήμην του μεγάλου ιστορικού.
Από ίδιο τον τρόπο που γράφει ο Θ. προκύπτει ότι η Ιστορία του έχει αξιώσεις αντικειμενικότητας και από την άποψη αυτή ακόμη κι αν δεν πίστευε ο ίδιος στο δίκαιο του ισχυροτέρου προ των γεγονότων που περιγράφει θα υποχωρούσε στην αρχική του άποψη.
Φίλε Βοιωτέ καλώς όρισες.
Το θέμα δεν είναι η ένταξη του Θουκυδίδη σε κάποια σχολή, αν και ο ίδιος, με το έργο του, εκ των πραγμάτων δημιούργησε σχολή στην ιστοριογραφία. Ας μου επιτραπεί, και στην πολιτική επιστήμη - θεωρείται άλλωστε και ένας εκ των θεμελιωτών της.
Το θέμα είναι οι επιδράσεις του. Ποιές ήταν, έχει σημασία αυτό.
Παραθέτω ορισμένα στοιχεία σχετικά και θα επανέλθω επί της ουσίας.
Σε παραπέμπω επίσης στο δυκτιακό μου τόπο:
www.ekivolos.gr>Θουκυδίδης
Τα χρόνια μέσα στα οποία ζει ο Θουκυδίδης (460/55-400 π.χ), δεν είναι μόνο χρόνια μέσα στα οποία ολοκληρώθηκε η δημοκρατία για όλους τους ελεύθερους Αθηναίους και εξουδετερώθηκε στην εκκλησία του δήμου η πολιτική δύναμη των ολιγαρχικών, αλλά είναι και χρόνια μέσα στα οποία η φιλοσοφία και η επιστημονική σκέψη, που άρχισε στην Ιωνία με την αμφισβήτηση της μυθικής εξήγησης της ζωής και τη διατύπωση των πρώτων επιστημονικών απόψεων για την αρχή των όντων, φτάνουν σε μια κορύφωση με το Λεύκιππο (440 περίπου) και Δημόκριτο (460 περίπου) με τους σοφιστές και το Σωκράτη (470-399).
Κατά την παιδική του ηλικία ο μεγάλος ιστορικός έλαβε τη συνηθισμένη παιδεία των νέων της Αθήνας, βασισμένη στη μελέτη των ομηρικών επών και στη σωματική άσκηση στα γυμνάσια (γυμναστήρια) της πόλης. Σε μεγαλύτερη ηλικία φαίνεται ότι απέκτησε κάποια επαφή με τον κύκλο των σοφιστών, καθώς η επίδραση των ιδεών τους αποκαλύπτεται στα έργα του. Τον 5ο αιώνα οι σοφιστές ήλθαν να ταράξουν τα ήρεμα νερά του πνεύματος της Αρχαϊκής Εποχής (7ος-6ος αιώνας) και της γενιάς των Μηδικών πολέμων. Η σταθερότητα των αντιλήψεων, η πίστη στην πόλη, η αφοσίωση στους συμπολίτες και η θρησκευτικότητα τέθηκαν υπό εξέταση και αμφισβήτηση υπό το θεωρούμενο ως αλάνθαστο κριτήριο της λογικής. Κατάληξη ήταν η αμφισβήτηση της ίδιας της αντικειμενικής αλήθειας ή έστω της δυνατότητας του ανθρώπου να την προσεγγίσει και να τη μεταδώσει στους συμπολίτες του. Από τη στιγμή που η ιδέα της αλήθειας υπονομεύθηκε, αντικαταστάθηκε από τη δυνατότητα του ατόμου να επιβάλλει τις απόψεις του στους υπολοίπους μέσω της πειθούς, της δυνατότητας δηλαδή να πείθει τους άλλους με λογικά επιχειρήματα σε ρητορικούς λόγους. Η Αθήνα της περιόδου είχε αναδειχθεί σε λίκνο της ρητορικής τέχνης, η οποία ήταν απαραίτητη κατά τις συνεδριάσεις της Εκκλησίας του Δήμου και των λαϊκών δικαστηρίων. Κάθε φιλόδοξος νέος, ο οποίος επιθυμούσε να ασχοληθεί με τις δημόσιες υποθέσεις, ή έστω να διαφυλάξει την οικογενειακή του περιουσία, όφειλε να είναι κάτοχος αυτής της νέας τέχνης. Εκπαιδεύοντας εφήβους και νέους άνδρες στη ρητορική, οι σοφιστές υποστήριζαν ότι τους υποδείκνυαν τον δρόμο για την απόκτηση δύναμης αφενός και ικανότητας αφετέρου να κατανοούν και να ερμηνεύουν τον κόσμο.
Εκηβόλε,
δεν θεωρώ ότι ο Θ. ίδρυσε σχολή. Απλώς διεξήλθε επιστημονικά και συστηματικά τρόπους και συμπεριφορές που είναι αυτοφυείς στις οργανωμένες κοινωνίες καθώς προέρχονται από τα ένστισκτα και που ίσως ενισχύονται από πείρα χιλιετηρίδων.
Δηλαδή αν δεν ήταν ο Θ. κάποιος άλλος εκεί κοντά θα μορφοποιούσε τον ρεαλιστικό τρόπο ομαδικής κατ'αρχάς συμπεριφοράς καθώς δεν αποτελεί θεωρητική σύλληψη αλλά πρακτική.
Ο Θ. δεν βρίσκει αντίφαση (κι έχει δίκιο) μεταξύ του "΄μέτρον χρημάτων άνθρωπος" και των αιωνίων αιτίων του πολέμου, της ειρήνης και της ισχύος που προσπαθεί να ανακαλύψει και από την άποψη αυτή δεν είναι σοφιστής με την χυδαία έννοια.
Η προσφορά του στην παγκόσμια σκέψη και επιστήμη είναι τεράστια και η επίδρασή του καταλυτική. Ομως επειδή στην Ελλάδα υπερβάλλουμε συχνά δεν είναι ο μοναδικός που εξήγησε πειστικά τ'ανθρώπινα.
Βοιωτέ, θά ἔχεις κατανοήσει ὅτι ἡ ἄποψη τοῦ Πρωταγόρα "πάντων χρημάτων μέτρον ἐστί ἄνρωπος" συνάδει μέ τό δίκαιο τοῦ ἰσχυροτέρου ἐφ'ὅσον προβάλλει τήν ρευστοποίηση τῶν ἀξιῶν καί, βεβαίως, ἕναν ἀπόλυτο ὑποκειμενισμό.
Ἡ προσπάθεια τοῦ Θουκυδίδη, ἐπιτυχής νομίζω, νά ἀναδείξει τά σταθερά αἴτια τοῦ/τῶν πολέμου/ων, φανερώνει ἐν πολλοῖς τήν ἀπόρριψη ἐκ μέρους του τοῦ κεντρικοῦ αὐτοῦ ἀξιώματος τῆς Σοφιστικῆς.
Ἑπομένως πῶς βλέπεις ὅτι δεν βρίσκει ἀντίφαση, ἀφοῦ ἡ ἀποδοχή τῆς ρήσης αὐτῆς δέν ἐπιτρέπει τήν ἀνάδειξη σταθερῶν αἰτίων ὅσον ἀφορᾶ τούς πολέμους.
Νομίζω ὅτι ἔχει ἀρχίσει ἐπί τῆε οὐσίας διάλογος.
Ὡς πρός τήν ἵδρυση σχολῆς τώρα, ἡ ἐπιστημονική κοινότητα θεωρεῖ ὅτι ὁ Θουκυδίδης ἔθεσε με συγκεκριμένο τρόπο τούς ὅρους τῆς ἱστοριογραφίας μέ τό ἔργο του καί ἡ ἐπιδραστική του δύναμη στούς μετέπειτα ἱστοριογράφους ὑπῆρξε τεράστια.
Μέ αὐτή τήν ἔννοια μιλάω γιά σχολή.
Τώρα, βεβαίως, πράγματι κάποιος ἄλλος θά ἐμφανιζόταν νά ἑρμηνεύσει τίς άνθρώπινες συμπεριφορές μέ ἀφαιρετικό τρόπο, ἄν δεν ὑπῆρχε ὁ Θουκυδίδης, δέν ἔχω ἀντίρρηση. Τό θέμα ὅμως εἶναι ὅτι αύτός τό ἔκανε ἀναδεικνύοντας μοναδική άφαιρετική ἱκανότητα. Καί ὁ τρόπος πού εἶδε τήν ἱστοριογραφία, μόνο, νομίζω, στίς συνθήκες τῆς ἐποχῆς του μπορῦσε νά ἀναδειχθεῖ. Δηλ. στήν Ἑλλάδα καί συγκεκριμένα στήν Ἀθήνα τοῦ 5ου αἰών. π.Χ. ὅπως ἰσχυρίζεται καί ἡ Jacqueline de Romilly .
Δημοσίευση σχολίου