Τρίτη, 3 Ιουνίου 2008

ΛΕΒΑΔΕΙΑ - η ορθή γραφή του ονόματος της πόλεως



Έχουμε συναντήσει τις ακόλουθες γραφές:
Λεβαδειά – Λεβαδιά – Λειβαδιά – Λιβαδειά – Λιβαδιά


Παραθέτουμε τα λήμματα των λεξικών, στα οποία απαντάται η λέξη.

ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ
Henry G. Liddell – Robert Scott

Λεβάδεια: ἡ, «πόλις τῆς Βοιωτίας, ἔνθα και μαντεῖον Διός το ἱερόν κατεσκεύαστο».
Ἡσύχ. - Ἐν δέ Φωτ. Λεξ. εὕρηται «Λεβαδία, πόλις Βοιωτίας, ἐν ᾗ Διός μαντεῖον, Τροφωνίου κατασκευάσαντος».


ΛΕΞΙΚΟΝ ΣΟΥΔΑ

Λεβάδεια: ὄνομα πόλεως


ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ – Γ. Μπαμπινιώτη

Λιβαδειά (η) πόλη και πρωτεύουσα του νομού Βοιωτίας. – Λιβαδιώτης (ο), Λιβαδιώτισσα (η), λιβαδιώτικος, -η, -ο.
[ΕΤΥΜ. <αρχ. Λεβάδεια, από τον Αθηναίο Λέβαδο, που εγκατέστησε τους κατοίκους της αρχαιότερης Μιδείας (η οποία ήταν χτισμένη σε λόφο) στην βοιωτική πεδιάδα]



Πρέπει να αναφερθεί, βεβαίως, ότι για το όνομα και τη γραφή της λέξης υπάρχει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο του συμπολίτου μας Σπ. Φλώρου.
Πρόκειται για την 5η ενότητα από το Α΄ κεφάλαιο του ιδιαιτέρως σημαντικού του έργου με τίτλο:

ΛΕΒΑΔΕΙΑΚΗ ΤΡΙΛΟΓΙΑ
Ἀθάμας – Λέβαδος - Τροφώνιος

που εκδόθηκε το 2001.

Το παραθέτουμε ως έχει


Τό ὄ­νο­μα τῆς πό­λε­ως

Η ΛΕΒΑΔΕΙΑ κα­τοι­κή­θη­κε ἀρ­χι­κῶς ἀ­πό τούς Ἀ­θα­μά­νες καί στήν συ­νέ­χεια ἀ­πό τούς Βοι­ω­τούς. Ἐξ αὐ­το­ῦ το­ῦ λό­γου, ἡ ση­με­ρι­νή το­πι­κή δι­ά­λε­κτος εἶ­ναι κα­τά βά­σιν αἰ­ο­λι­κή, ὁ­μοι­ά­ζου­σα μέ τήν Θεσ­σα­λι­κή καί τήν Λε­σβια­κή, ἀλ­λά πε­ρισ­σό­τε­ρον τρα­χεῖ­α ἀ­πό αὐ­τές, ὡς ἐ­πι­βα­ρυν­θεῖ­σα ἀ­πό τήν Βοι­ω­τι­κή.
Σύμ­φω­να μέ τήν πα­ρά­δο­ση, ἡ πό­λη ἔ­λα­βε τό ὄνο­μα το­ῦ οἴ­κι­στο­ῦ της, το­ῦ Λε­βά­δου καί στήν δι­α­δρο­μή τῶν αἰ­ώ­νων ἀ­παν­τᾶ­ται δι­α­δο­χι­κῶς μέ τούς τύ­πους, Λε­βά­δεια, Λε­βά­δια, Λε­βα­δί­α, Λε­βα­δειά, Λε­βα­διά, ἀλ­λά καί Λει­βα­δί­α, Λι­βα­δί­α, Λει­βα­δειά, Λει­βα­διά, Λι­βά­δια, Λι­βα­δειά.

Εἰ­δι­κώ­τε­ρα:

Ὁ τύ­πος Λε­βά­δεια χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ἀ­πο­κλει­στι­κῶς, ἀ­πό τήν ἀρ­χαι­ό­τη­τα καί μέ­χρι, του­λά­χι­στον, τήν πρώ­τη με­τά Χρι­στόν χι­λι­ε­τί­α. Ἔ­τσι, στόν Ἡ­ρό­δο­το (485 - 421 π.Χ.), τόν Ξε­νο­φῶν­τα (430 - 354 π.Χ.), τόν Στρά­βω­να (65 π.Χ. - 23 μ.Χ.), τόν Πλού­ταρ­χο (50 -125 μ.Χ.), τόν Παυ­σα­νί­α (β' αἰ. μ.Χ.), τό λε­ξι­κό το­ῦ Ἠ­συ­χί­ου το­ϋ Ἀ­λε­ξαν­δρέ­ως (ε΄ αἰ. μ.Χ.), τό λε­ξι­κό τῆς Σού­δας (θ' αἰ. μ.Χ.), ἀ­να­γρά­φε­ται στε­ρε­ο­τύ­πως τό ὄνο­μα Λε­βά­δεια.
Κα­τά τήν δευ­τέ­ρα με­τά Χρι­στόν χι­λι­ε­τί­α, ὁ τό­νος το­ῦ ὀ­νό­μα­τος ἐμ­φα­νί­ζε­ται με­τα­τι­θέ­με­νος καί στήν πα­ρα­λή­γου­σα. Ἔ­τσι, ὁ Λα­ό­νι­κος Χαλ­κο­κον­δύ­λης (1480 μ.Χ.), ἀ­να­φέ­ρει τήν πό­λη ὡς Λε­βα­δί­α καί στό ποί­η­μα "Θρῆ­νος τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως", (ἀ­γνώ­στου στοι­χουρ­γο­ῦ, πι­θα­νόν τοῦΰ ἰ­έ' αἰ­ῶ­νος), συ­ναν­τῶν­ται οἵ γρα­φές, Λει­βα­δεί­α καί Λι­βα­δειά.
Ὅ τύ­πος Λει­βα­διά, μέ τόν τό­νο στήν λή­γου­σα, πρω­το­εμ­φα­νί­ζε­ται τόν ιε' αἰ. μ.Χ. πα­ραλ­λή­λως μέ τούς τύ­πους "Λε­βά­δεια" καί "Λε­βα­δί­α". Ἡ Γε­ω­γρα­φί­α το­ῦ Με­λε­τί­ου (μη­τρο­πο­λί­του Ἀθηνῶν κα­τά τήν δε­κα­ε­τί­α 1703 -1713) γρά­φει: "Λε­βα­δί­α καί Λε­βά­δεια κοι­νῶς Λει­βα­διά". 'Ἐπίσης, ἡ Νε­ω­τερι­κή Γε­ω­γρα­φί­α τῶν Γρήγ. Κων­σταν­ταᾶ (1753 -1844) καί Δα­νι­ήλ Φι­λιπ­πί­δη (1758 - 1832) ἀ­να­φέ­ρει: "Λει­βα­διά τό πα­λαι­ό Λε­βά­δεια καί Λε­βα­δί­α". Πα­ρά τα­ῦ­τα, ἐ­πι­σή­μως τό ὄνο­μα τῆς πό­λε­ως πα­ρέ­με­νε "Λεβάδεια" δι­ό­τι, ὅπως γρά­φει ὁ Δ. Καμ­πού­ρο­γλου - ἀ­να­φε­ρό­με­νος ἀ­πό τόν Λ. Βα­γι­α­κά­κο - τό 1785 ὁ ἐ­πί­σκο­πος Ἀθηνῶν ἔ­φε­ρε τόν τί­τλο "μη­τρο­πο­λί­της Ἀθηνῶν καί Λε­βα­δεί­ας".
Ἐκ τῶν ἀ­νω­τέ­ρω προ­κύ­πτει ὅτι τό ὄνο­μα τῆς πό­λε­ως, πα­ρου­σιά­ζει δύ­ο κύ­ρι­ες ἀλ­λοι­ώ­σεις. Ἀ­φ΄ ἑ­νός, κα­τε­βά­ζει προ­ο­δευ­τι­κῶς τόν τό­νο ἀ­πό τῆς προ­πα­ρα­λη­γού­σης (Λε­βά­δεια) στήν πα­ρα­λή­γου­σα (Λε­βα­δεί­α) καί ἀρ­γό­τε­ρα στήν λή­γου­σα (Λε­βα­δειά) καί ἀ­φ' ἑ­τέ­ρου, με­τα­τρέ­πει τό "ε" τῆς πρώ­της συλ­λα­βῆς σέ "ει" καί "ι".
Ἀλλοίωση το­νι­σμοῦ: Γιά τήν πτώ­ση το­ῦ τό­νου ἀ­πό τῆς προ­πα­ρα­λη­γού­σης (Λε­βά­δεια) στήν πα­ρα­λή­γου­σα (Λε­βα­δεί­α καί ἐξ ἰ­ω­τα­κι­σμοῦ Λε­βα­δί­α), ἐμ­φα­νι­ζό­με­νη σέ κεί­με­να τῆς δευ­τέ­ρας μ.Χ. χι­λι­ε­τί­ας, ἰως, εὐ­θύ­νε­ται ἡ ἐ­πο­χή τῆς Λα­τι­νο­κρα­τί­ας. Ἡ παν­σπερ­μί­α τῶν Δυ­τι­κῶν δυ­να­στῶν τῆς πό­λε­ως, φαί­νε­ται πῶς, δέν ἄν­τε­χε τόν το­νι­σμό το­ῦ ὀ­νό­μα­τος στήν προ­πα­ρα­λή­γου­σα, το­νι­σμό μέ τόν ὁ­ποῖ­ον, οἱ Φράγ­κοι δέν ἦσαν ἐξοι­κι­ω­με­νοι, γιαυ­τό καί ἴ­σως τόν κα­τέ­βα­σε στήν πα­ρα­λή­γου­σα, προ­σαρ­μό­ζον­τάς τον στίς ἀ­παι­τή­σεις τῶν ἰ­δι­κῶν της δι­α­λέ­κτων.
Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ στήν με­τά­πτω­ση τοῦ τό­νου στήν λή­γου­σα, αὐ­τή εἶ­ναι μᾶλ­λον συ­νέ­πεια το­ῦ ποι­η­τι­κοῦ μέ­τρου. Συγ­κε­κρι­μέ­νως, ἡ φή­μη τῆς πό­λε­ως, προ­ο­δευ­τι­κῶς ἀ­νερ­χο­μέ­νης καί δε­σπο­ζού­σης στόν χῶ­ρο τῆς Κεν­τρι­κῆς Ἑλ­λά­δος, συ­νο­δεύ­ε­ται καί ἀ­πό τήν δι­ά­δο­ση το­ῦ πα­σί­γνω­στου δη­μο­τι­κοῦ τρα­γου­διοῦ τῶν "Σα­ράν­τα Παλ­λη­κα­ρι­ῶν", τό ὁ­ποῖ­ο, χά­ριν το­ῦ το­νι­κοῦ μέ­τρου, ὑ­πο­χρε­οῦ­ται σέ με­ρι­κές πε­ρι­πτώ­σεις νά με­τα­θέ­τη τόν τό­νο τῶν λέ­ξε­ων. Π.χ. ἡ προ­πα­ρο­ξύ­το­νη με­σαι­ω­νι­κή λέ­ξη "ὀρ­μή­νεια", πού συ­ναν­τοῦ­με στήν φρά­ση "το­ῦ γέ­ρου τήν ὀρ­μήνεια τήν ξε­χα­σανε", σέ ἄλ­λη πε­ρί­πτω­ση, ἀ­ναγ­κά­ζε­ται, λόγῳ το­ῦ μέ­τρου, νά κα­τε­βά­ση τόν τό­νο στήν λή­γου­σα καί νά με­τα­τρα­πῆ σέ "ὀρ­μη­νειά", ὅπως στόν στί­χο "γυ­ρεύ­ουν ἕ­ναν γέ­ρο γιά τήν ὀρ­μη­νειά". Μέ τήν ἴ­δια ἔν­νοι­α, ὁ πρῶ­τος στί­χος το­ῦ τρα­γου­διοῦ, "Σα­ράν­τα παλ­λη­κά­ρια ἀ­πό τή Λε­βα­δειά", το­νί­ζει τό ὄνο­μα τῆς πό­λε­ως στήν λή­γου­σα, χά­ριν το­ῦ το­νι­κοῦ μέ­τρου, πα­ρ' ὅλον ὅτι τό ὄνο­μά της εἶ­ναι προ­πα­ρο­ξύ­το­νο (Λε­βά­δεια).
Τό τρα­γού­δι τῶν "Σα­ράν­τα Παλ­λη­κα­ρι­ών", εὐ­ρύ­τα­τα δι­α­δε­δο­μέ­νο σέ ὁ­λό­κλη­ρο τόν ἑλ­λη­νι­κό χῶ­ρο, ἄν καί συ­ναν­τᾶ­ται σέ πλῆ­θος πα­ραλ­λα­γῶν, δι­α­τη­ρεῖ πάν­το­τε ἀ­ναλ­λοί­ω­τον τόν πρῶ­το στί­χο "σα­ράν­τα παλ­λη­κά­ρια ἀ­πό τή Λε­βα­δειά" καί μέ αὐ­τόν τόν τρό­πο, ὁ τύ­πος "Λε­βα­δειά", πα­γι­ώ­θη­κε πα­νελ­λη­νί­ως. Ἔ­τσι, δι­ε­τη­ρή­θη­σαν σέ χρή­ση, οἱ μέν τύ­ποι "Λε­βά­δεια" καί "Λε­βα­δί­α", στήν ἐ­πί­ση­μη καί γρα­πτή ἀ­πό­δο­ση το­ῦ ὀ­νό­μα­τος, ὁ δέ τύ­πος "Λε­βα­δει­ά", στήν προ­φο­ρι­κή ἔκ­φρα­ση.
Με­τά τήν ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­ση ἀ­πό τόν τουρ­κι­κό ζυ­γό, οἱ λό­γιοι τῆς ἐ­πο­χῆς πα­ραγ­κώ­νι­σαν τόν τύ­πο "Λε­βα­δειά" καί ἄλ­λοι μέν, χρη­σι­μο­ποί­η­σαν τό με­σαι­ω­νι­κό "Λεβαδία", ἄλ­λοι δέ, τό ἀρ­χαι­ό­τε­ρο καί ἀ­κρι­βέ­στε­ρο "Λ­ε­βά­δεια". Δεῖγ­μα τῆς δευ­τέ­ρας πε­ρι­πτώ­σε­ως εἶ­ναι μί­α ἀ­νώ­νυ­μη ἐ­πι­στο­λή, δη­μο­σι­ευ­θεῖ­σα στό φύλ­λο 1316 τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας "Αὐ­γή", μέ ἡ­με­ρο­μη­νί­α 17 Νο­εμ­βρί­ου 1864, τήν ὁ­ποί­α ἀ­να­φέ­ρει ὁ Λάπ­πας.[1] Ὁ ἐ­πι­στο­λο­γρά­φος ἀ­πορ­ρί­πτον­τας, ἄ­νευ ἑ­τέ­ρου, τόν τύ­πο '"Λε­βα­δί­α", δέ­χε­ται τό "Λε­βα­δειά" καί τό «νε­ωτε­ρι­στι­κώ­τε­ρον», ὅπως τό χα­ρα­κτη­ρί­ζει, "Λε­βα­δειά", γιά νά ἐ­ξηγή­ση πε­ραι­τέ­ρω, ὁτι, ἡ πό­λη ἦ­ταν "Λε­βα­δειά", μέ τόν τό­νο στήν λή­γου­σα, κα­τά τό δι­ά­στη­μα τῆς δου­λεί­ας, τώ­ρα ὅμως πού ἀ­πε­λευ­θε­ρω­θεῖ­σα, ὕ­ψω­σε ἐ­λεύ­θε­ρο τό ἀ­νά­στη­μα, σή­κω­σε καί τόν τό­νο στήν προ­πα­ρα­λή­γου­σα, ὡς "Λε­βά­δεια". Εἰς ἐ­πίρ­ρω­σιν το­ῦ ἰ­σχυ­ρι­σμοῦ του, ἀ­να­φέ­ρει τό ἀ­κό­λου­θο τε­τρά­στι­χο:

Ἡ τό­τε Λε­βα­δειά, τόν τό­νον ἔ­χου­σα
ἐν τέ­λει, σκυ­πτή ὅ­θεν καί δου­λεύ­ου­σα,
Λε­βά­δεια δέ τώ­ρα μέ ὑ­πε­ρή­φα­νον
ἀ­νά­στη­μα καί ἦ­θος σφό­δρα ἐ­λεύ­θε­ρον
.

Ἀλλοίωση τῆς πρώ­της συλ­λα­βῆς: Τό ὄ­νο­μα Λε­βα­δειά, προ­φε­ρό­με­νο στήν το­πι­κή δι­ά­λε­κτο, ὑ­πό­κει­ται σέ δύ­ο γλωσ­σι­κά φαι­νό­με­να.
Τό πρῶ­το φαι­νό­με­νο ὀ­φεί­λε­ται στό γε­γο­νός ὁτι, ἡ ἑλ­λη­νι­κή γλώσ­σα, πλέ­ον τῶν 24 γραμ­μά­των, χρη­σι­μο­ποι­εῖ καί φθόγ­γους πού προ­φέ­ρον­ται μέν, ἀλ­λά δέν γρά­φον­ται. Λ.χ. ἡ προ­φο­ρά το­ῦ συμ­φώ­νου <γ> δι­α­φέ­ρει με­τα­ξύ τῶν λέ­ξε­ων «[γ]ορ­γᾶ» καί «[γ]έ­ρος». Στήν λέ­ξη «[γ]έ­ρος», με­τα­ξύ το­ϋ <γ> καί το­ῦ <ε> ὑ­πο­ψι­α­ζό­μα­στε τήν ὕ­παρ­ξη κά­ποι­ου <ι>, ὥ­στε, ἄν ἐ­πι­χει­ρού­σα­με νά γρά­ψου­με φω­νη­τι­κῶς τήν λέ­ξη «γέ­ρος», θά τήν ἀ­πο­δί­δα­με ὡς «[γ]<ι>ἔ­ρος. Ὅ­μως, αὐ­τό τό ὑ­πο­ψι­α­ζό­με­νο <ι> δέν εἶ­ναι τό φω­νῆ­εν ἰῶ­τα, ἀλ­λά ἑνα ἁ­πλό ἡ­μί­φω­νο. Πρό­κει­ται δη­λα­δή γιά οὐ­ρα­νι­κή προ­φο­ρά το­ῦ προ­η­γου­μέ­νου συμ­φώ­νου, γιά φω­νη­τι­κή προ­έ­κτα­ση τοῦ συμ­φώ­νου <γ>, τό ὁ­ποῖ­ο ἐκ­φε­ρό­με­νο, ἀ­ναγ­κά­ζει τήν γλῶσ­σα νά προ­τεί­νε­ται, νά πλα­ταί­νη, μέ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νά ἀλ­λάσ­ση τήν ἠ­χη­τι­κή του ἀ­ξί­α. Γρα­πτῶς, τό ἡ­μί­φω­νο ἀ­πο­δί­δε­ται ὡς ἀ­νά­στρο­φο <ι> μέ μί­α πε­ρι­σπω­μέ­νη στήν βά­ση του. Ὁ­μοί­α φω­νη­τι­κή δι­α­φο­ρο­ποί­η­ση ἐμ­φα­νί­ζουν καί τά σύμ­φω­να κ, λ, ν, χ.
Τό δεύ­τε­ρο φαι­νό­με­νο εἶ­ναι το­πι­κό. Εἶ­ναι ἡ συ­νή­θεια ἀ­πα­λεί­ψε­ως κά­ποι­ων φω­νη­έν­των, τό­σο σέ κα­τα­λή­ξεις, ὅσο καί στό μέ­σον τῶν λέ­ξε­ων. Ἐ­πί πα­ρα­δείγ­μα­τι, ἡ λέ­ξη κο­ρυ­φή, προ­φέ­ρε­ται, ὡς κο­ρ'­φή, ἡ λέ­ξη με­ση­μέ­ρι, ὡς μη­σ'­μέ­ρ' κ.ο.κ.
Σέ κά­ποι­ες λέ­ξεις συ­ναν­τᾶ­ται συν­δια­σμός τῶν δύ­ο προ­α­να­φερ­θέν­των φαι­νο­μέ­νων, ὅπως στήν λέ­ξη "παλ­λη­κά­ρι", ὅπου τό μέν <η> ἀ­πα­λεί­φε­ται μέ ἀ­π'εὐ­θεί­ας με­τα­πή­δη­ση ἀ­πό το­ῦ <λ> στό <κ>, τό δέ <λ> προ­ε­κτεί­νε­ται σέ {<λ> + ἡ­μι­φω­νο} καί ἀ­κού­ε­ται ὡς «παλ­λ'­κά­ρ'».
Τό ἴ­διο συμ­βαί­νει καί στήν προ­φο­ρά τῆς λέ­ξε­ως «Λε­βα­δειά». Τό <ε> με­τα­ξύ το­ϋ <Λ> καί το­ῦ <β> ἀ­πα­λεί­φε­ται καί ἀ­πό τοῦ <Λ> με­τα­βαί­νου­με στό <β> προ­φέ­ρον­τας τό <Λ> ὡς (<Λ> + ἡ­μί­φω­νο).
Ὁ τρό­πος αὐ­τός προ­φο­ρᾶς, ὁ­μο­λο­γου­μέ­νως, δυ­σκο­λεύ­ει ἀρ­κε­τά, ὅσους δέν εἶ­ναι ἐ­ξοι­κι­ω­μέ­νοι μέ τήν βοι­ω­τι­κή δι­ά­λε­κτο.
Ἀλλά καί κά­ποι­οι λο­γο­τέ­χνες, πού ἤ­θε­λαν νά ἀ­πο­δώ­σουν γρα­πτῶς τήν ἄρ­θρω­ση τοῦ ἡ­μι­φώ­νου, γιά νά μι­μη­θοῦν τό το­πι­κό ἰ­δί­ω­μα, πα­ρε­νέ­βα­λαν ἑνα <ει> με­τα­ξύ τοῦ <Λ> καί τοῦ <β>, γρά­φον­τας «Λ<ει>βα­διά». Στήν ἐ­πι­λο­γή τοῦ <ει>, πι­θα­νόν νά πα­ρα­σύρ­θη­καν ἀ­πό τήν ἠ­χη­τι­κῶς πα­ρα­πλή­σια λέ­ξη «λει­βά­δι» (ἀν­τί το­ϋ ὀρ­θοῦ "λι­βά­δι"). Ὁ Στα­γει­ρί­της στά Ἠπειρωτικά (1819), νο­μί­ζει ὁτι τό ὄ­νο­μα τῆς πό­λε­ως ἦ­ταν "Λει­βά­δι" καί ὅτι τρο­πο­ποι­ή­θη­κε στήν ἐ­πο­χή του σέ "Λε­βά­δεια". Γρά­φει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κῶς: "Λει­βά­δι πό­λις τῆς Βοι­ω­τί­ας ἐ­κεῖ­θεν δι­ήρ­χε­το ἡ ἀ­πό Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως εἰς Ἀθήνας ὁ­δός, εἶ­ναι ἡ ση­με­ρι­νή Λε­βά­δεια".
Ἐν τέ­λει, ἐ­νῶ, ὁ τύ­πος "Λε­βά­δεια", ἦ­ταν καί δι­ε­τη­ρή­θη ὡς ἡ ἐ­πί­ση­μη ὀ­νο­μα­σί­α τῆς πό­λε­ως, πα­ραλ­λή­λως, προ­έ­κυ­ψε καί ὁ πα­ρε­φθαρ­μέ­νος τύ­πος "Λει­βα­διά", ἄλ­λα, μό­νον σέ λο­γο­τε­χνι­κή χρή­ση.
Τόν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρό, οἱ ἀ­κρό­τη­τες τῆς λε­γο­μέ­νης «ἐκ­παι­δευ­τι­κῆς με­ταρ­ρύθ­μι­σης», ὡδή­γη­σαν στήν «λα­ϊ­κο­ποί­η­ση» τοῦ ὀ­νό­μα­τος τῆς πό­λε­ως καί στήν ἐ­πί­ση­μη με­τω­νο­μα­σί­α ἀ­πό «Λ<ε>βά­δεια» σέ «Λ<ει>βα­διά» καί «Λ<ι>βα­δειά». Βε­βαί­ως, αὐ­τοί πού πρω­το­στά­τη­σαν στήν κα­κο­ποί­η­ση τοῦ το­πω­νυ­μί­ου, φαί­νε­ται ὅτι, ἀ­κό­μη καί ἄν δι­έ­με­ναν σέ βοι­ω­τι­κό χῶ­ρο, θά με­γά­λω­σαν σέ πε­ρι­βάλ­λον, μέ ἤ­χους ξέ­νους πρός τήν βοι­ω­τι­κή προ­φο­ρά. Δέν μπό­ρε­σαν νά συλ­λά­βουν τόν λε­πτό ἦ­χο τοῦ ἡ­μι­φώ­νου, πού ἔρ­χε­ται νά γε­μί­ση τόν χῶ­ρο τοῦ ἀ­πα­λει­φθέν­τος <ε> καί πί­στε­ψαν ἐ­σφαλ­μέ­νως, ὅτι, τό ἀ­που­σιά­ζον φω­νῆ­εν <ε>, ἁ­πλῶς ἀν­τι­κα­θί­στα­ται ἀ­πό τό <ει>. Ἐπειδή ὅμως, γραμ­μα­τι­κῶς δέν δι­και­ο­λο­γεῖ­ται ἡ τρο­πή τοῦ <ε> σέ <ει>, βρέ­θη­κε ὡς εὔ­κο­λη λύ­ση, ἡ ὑ­πο­κα­τά­στα­ση τοῦ <ει>, ἀ­πό τό <ι> καί ἔ­τσι, ἡ ἐ­πί­ση­μη γρα­φή τοῦ ὀ­νό­μα­τος τῆς πό­λε­ως, κα­θι­ε­ρώ­θη ὡς «Λι­βα­δειά».
Στόν προ­φο­ρι­κό λό­γο, αὐ­τή ἡ ἐ­σφαλ­μέ­νη πα­ρεμ­βο­λή τοῦ <ι> με­τα­ξύ τοῦ <Λ> καί τοῦ <β> σέ ἀ­να­πλή­ρω­ση τοῦ ἀ­πα­λει­φό­με­νου <ε>, μέ ἄλ­λα λό­για, ἡ προ­σθή­κη ἑ­νός πλή­ρους φω­νή­εν­τος <ι>, ἀ­μέ­σως με­τά τό ἐκ­φε­ρό­με­νο ἡ­μί­φω­νο, ἠ­χεῖ, στήν το­πι­κή δι­ά­λε­κτο, μέ τόν ἴδιο φαι­δρό τρό­πο, ποῦ ἠχοῦν οἱ τύ­ποι «σταθ<ι>μός» ἀν­τί «σταθ­μός», «ἄ­ριθ<ι>μός» ἀν­τί «ἀ­ριθ­μός» καί «βαθ<ι>μός» ἀν­τί «βαθ­μός». Πα­ρο­μοί­α κα­τα­πό­νη­ση ὑ­φί­στα­ται καί τό το­πω­νύ­μιο "Χλιά" (= πη­γή τῆς Ἕρ­κυ­νας). Ἐνῷ ἡ λέ­ξη εἶ­ναι τό θυ­λι­κό τοῦ "χλιός", λέ­ξη πα­νάρ­χαι­η, πού ση­μαί­νει "χλια­ρός", με­ρι­κοί πα­ρα­ποι­οῦν τό ὄ­νο­μα καί τό προ­φέ­ρουν ὡς "Χ<ι>λιά", ἀν­τί τοῦ ὀρ­θοῦ "Χλιά", ἀ­πό κα­θα­ρῶς «ἐ­παρ­χι­ώ­τι­κη» ἀ­να­σφά­λεια.
Τε­λευ­ταί­ως, κά­ποι­οι ἔ­φθα­σαν στό ση­μεῖ­ο νά ἀμ­φι­σβη­τή­σουν καί τήν ἀρ­χαί­α πα­ρά­δο­ση. Ἀποκρούουν τήν προ­έ­λευ­ση το­ΰ ὀ­νό­μα­τος τῆς πό­λε­ως ἀ­πό τόν Λέ­βα­δο καί δι­α­τυ­πώ­νουν τήν και­νο­φα­νῆ θε­ω­ρί­α ὅτι, τό ὄ­νο­μα "Λιβα­δειά" προ­έρ­χε­ται ἀ­πό τό ρῆ­μα "λί­βω". Δέν ἀρ­κεῖ δη­λα­δή, ὁτι υἱ­ο­θέ­τη­σαν ἐ­σφαλ­μέ­νη γρα­φή, μέ τήν ὅ­ποι­α πο­δο­πα­τοῦν Ἱ­στο­ρί­α χι­λιά­δων ἐ­τῶν, ἀλ­λά, ἐ­πι­χει­ροῦν, μέ τήν συ­νή­θη ἄ­νε­ση τοῦ ἡ­μι­μα­θοῦς, νά τήν θε­με­λι­ώ­σουν καί ἐ­πι­στη­μο­νι­κῶς.
Κά­ποι­οι ἄλ­λοι, ὑ­πε­ρα­κον­τί­ζουν τά ἀ­νω­τέ­ρω, ἀ­πο­δί­δον­τες τό <ι> σέ... «ἰ­ω­τα­κι­σμό». Ὅ­μως, ὡς γνω­στόν, τό σχε­τι­κό με­σαι­ω­νι­κό φαι­νό­με­νο, ἀ­να­φέ­ρε­ται ἀ­πο­κλει­στι­κῶς στήν τρο­πή τῶν <η>, <υ>, <ει> καί <οι>, σέ <ι>. Ἡ ἐ­φαρ­μο­γή τοῦ ἰ­ω­τα­κι­σμο­ῦ προ­ϋ­πο­θέ­τει τήν ὕ­παρ­ξη ἑ­νός <ει>, τό ὁ­ποῖ­ο καί ἀ­πο­κλεί­ε­ται ἐξ ὁ­ρι­σμοῦ, δι­ό­τι τό ὄ­νο­μα τῆς πό­λε­ως εἶ­ναι "Λ<ε>βάδεια" καί ὄ­χι "Λ<ει>βά­δεια", ἀ­φοῦ καί τό ὄ­νο­μα τοῦ οἰ­κι­στοῦ της ἦ­ταν "Λ<έ>βα­δος" καί ὄ­χι "Λ<εί>βα­δος".
Εἴ­δα­με νω­ρί­τε­ρα ὅτι, οἱ Ἀ­θα­μά­νες τῆς Βοι­ω­τί­ας ἐ­ποί­κη­σαν τά πα­ρά­λια της Μι­κρᾶς Ἀσίας καί ἵ­δρυ­σαν τήν πό­λη Τέ­ω. Νο­τι­ο­α­να­το­λι­κῶς τῆς Τέ­ω, ὑ­πάρ­χει καί ἡ πό­λη Λέ­βε­δος. Δε­δο­μέ­νου ὅτι, στήν ἑλ­λη­νι­κή γλώσ­σα, τά φω­νή­εν­τα <α> καί <ε>, ἐ­ναλ­λάσ­σον­ται ἐ­πι­τρε­πτῶς, ὅπως «β[α]λα­νί­δι» > «β[ε]λα­νί­δι», «δρ[ά]πα­νον» > «δρ[έ]πα­νον» κ.ο.κ., ἡ Μι­κρα­σι­α­τι­κή πό­λη Λέ­βε­δος, φέ­ρει τό ὄ­νο­μα τοῦ Λε­βά­δου (Λέβ[α]δός > Λέβ[ε]δος). Τοῦ­το ἀ­πο­δει­κνύ­ει ὅτι, οἱ Ἀ­θα­μά­νες τῆς Βο­ρεί­ου Βοι­ω­τί­ας, πρό­σφυ­γες στήν Μι­κρά Ἀσία, πλήν τῆς Τέ­ω, ἔ­κτι­σαν καί μί­α νέ­α Λε­βά­δεια, μί­α Λέ­βε­δο, διασώ­σαν­τες στήν ξε­νι­τειά, τό ὄ­νο­μα το­ῦ μυ­θι­κοῦ τους ἥ­ρω­ος, τοῦ Λε­βά­δου.

[1] βλ. τ. Λάπ­πα, Ἤ χώ­ρα τῆς Λει­βα­διᾶς. Ἀ­θή­να 1954. σέλ. 19, σήμ. 2.





2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Εκηβόλε καλησπέρα, ρίξε μια ματιά στο δικτυακό τόπο http://physicsblackholes-pb.pblogs.gr. Eλπίζω να το βρεις ενδιαφέρον....

ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΣ είπε...

Λεβάδεια λοιπόν, υπερήφανη! (Πάντοτε απορούσα για την ορθογραφία της πόλεως!)

Λοιπόν, συγγνώμη για το άσχετο με το θέμα σχόλιο, αλλά πιστεύω όι θα σάς ενδιαφέρει:

Στις ακόλουθες διευθύνσεις μπορείτε να βρείτε πληροφορίες, βίντεο και κείμενο διαμαρτυρίας για τον αρχαίο ποταμό των Αθηνών Ηριδανό, ο οποίος ανακαλύφθηκε και πάλι ζωντανός στο Μοναστηράκι, αλλά κάποιες «σοφές κεφαλές» σκέπτονται να τόν κλείσουν σε... γυάλα!

ΗΡΙΔΑΝΟΣ (ιστολόγιο) (βίντεο)